ἐρωτοτόκος

ἐρωτο-τόκος, ον,
A producing love,

μῦθοι Musae. 159

;

πρόσωπον Nonn.D.4.129

;

Κυθερείη Procl.H.2.13

:—fem. [suff] ἐρωτο-τόκεια,

, Ἀφροδίτη PMag.Par.1.2557

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερωτοτόκος — ἐρωτοτόκος, ον (AM) αυτός που γεννά τον έρωτα («ἐρωτοτόκον πρόσωπον»). [ΕΤΥΜΟΛ. < έρως, ωτος + τόκος < τίκτω (πρβλ. αρρενοτόκος, ιπποτόκος, χρυσοτόκος κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • ἐρωτοτόκοιο — ἐρωτοτόκος producing love masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωτοτόκοισι — ἐρωτοτόκος producing love masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωτοτόκου — ἐρωτοτόκος producing love masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωτοτόκων — ἐρωτοτόκος producing love masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωτοτόκῳ — ἐρωτοτόκος producing love masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.